Διάγνωση
Διάγνωση
Η διάγνωση της αϋπνίας βασίζεται στην κλινική αξιολόγηση της ποιότητας και της ποσότητας του ύπνου, καθώς και στον αποκλεισμό άλλων παθολογικών καταστάσεων. Ο ειδικός ψυχικής υγείας εξετάζει τη δυσκολία στην έλευση ή τη διατήρηση του ύπνου, καθώς και το πώς αυτή η δυσκολία επηρεάζει την ημερήσια λειτουργικότητα και την ψυχολογία του ατόμου.
Για να τεθεί διάγνωση Διαταραχής Αϋπνίας (Insomnia Disorder) σύμφωνα με το DSM-5 (Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, Fifth Edition), το κορυφαίο διαγνωστικό και στατιστικό εγχειρίδιο ψυχικών διαταραχών, θα πρέπει το άτομο να αναφέρει δυσαρέσκεια από την ποσότητα ή την ποιότητα του ύπνου, η οποία σχετίζεται με ένα (ή περισσότερα) από τα ακόλουθα συμπτώματα:
Δυσκολία στην έναρξη του ύπνου (σε παιδιά, αυτό μπορεί να εκδηλωθεί ως δυσκολία έναρξης χωρίς την παρέμβαση του φροντιστή).
Δυσκολία στη διατήρηση του ύπνου, που χαρακτηρίζεται από συχνές αφυπνίσεις ή δυσκολία επιστροφής στον ύπνο.
Πολύ νωρινή αφύπνιση το πρωί με αδυναμία επαναφοράς στον ύπνο.
Η διαταραχή του ύπνου να προκαλεί κλινικά σημαντική ενόχληση ή έκπτωση στην κοινωνική, επαγγελματική, εκπαιδευτική ή άλλη σημαντική περιοχή της λειτουργικότητας.
Δυσκολία στον ύπνο που εμφανίζεται τουλάχιστον 3 νύχτες την εβδομάδα.
Δυσκολία στον ύπνο που είναι παρούσα για τουλάχιστον 3 μήνες.
Δυσκολία ακόμη και όταν υπάρχει επαρκής ευκαιρία για ύπνο.
Παράλληλα, ο γιατρός πρέπει να βεβαιωθεί ότι η αϋπνία δεν εξηγείται καλύτερα από άλλη διαταραχή ύπνου-αφύπνισης (π.χ. ναρκοληψία, υπνική άπνοια) και δεν οφείλεται στις φυσιολογικές επιδράσεις μιας ουσίας (π.χ. κατάχρηση φαρμάκων) ή μιας συνυπάρχουσας ιατρικής πάθησης.