Διάγνωση
Η διάγνωση της Διαταραχής Σωματικών Συμπτωμάτων είναι μια ιδιαίτερη πρόκληση, καθώς το άτομο συνήθως αναζητά βοήθεια σε ιατρικές ειδικότητες (όπως καρδιολόγους ή παθολόγους) για τα σωματικά του ενοχλήματα. Ο ειδικός ψυχικής υγείας θα πρέπει να αξιολογήσει όχι μόνο τα ίδια τα συμπτώματα, αλλά κυρίως τον τρόπο με τον οποίο το άτομο σκέφτεται, νιώθει και συμπεριφέρεται σε σχέση με αυτά. Η διάγνωση δεν τίθεται επειδή «δεν βρέθηκε παθολογικό αίτιο», αλλά επειδή η ψυχική αντίδραση στα συμπτώματα είναι δυσανάλογα έντονη και δυσλειτουργική.
Για να τεθεί η διάγνωση σύμφωνα με το DSM-5, τα συμπτώματα θα πρέπει να πληρούν τα εξής κριτήρια:
Σωματικά Συμπτώματα: Παρουσία ενός ή περισσότερων σωματικών συμπτωμάτων (π.χ. πόνος, δύσπνοια) που προκαλούν δυσφορία ή διαταράσσουν σημαντικά την καθημερινότητα.
Υπερβολικές Σκέψεις και Συναισθήματα: Το άτομο αφιερώνει υπερβολικό χρόνο και ενέργεια στα συμπτώματα, εμφανίζοντας επίμονες σκέψεις για τη σοβαρότητά τους ή υψηλά επίπεδα άγχους για την υγεία του.
Διάρκεια: Αν και το συγκεκριμένο σωματικό σύμπτωμα μπορεί να αλλάζει, η κατάσταση του να είναι το άτομο «συμπτωματικό» πρέπει να διαρκεί τουλάχιστον έξι μήνες.
Πραγματικός Πόνος: Είναι κρίσιμο να κατανοηθεί ότι τα συμπτώματα είναι πραγματικά και το άτομο πονάει όντως, ανεξάρτητα από το αν υπάρχει ιατρική εξήγηση ή όχι.
Παράλληλα, ο ειδικός πραγματοποιεί διαφορική διάγνωση για να αποκλείσει την υποχονδρίαση (Διαταραχή Άγχους Ασθένειας), όπου το άτομο δεν έχει απαραίτητα συμπτώματα αλλά φοβάται ότι θα αρρωστήσει, ή τη Διαταραχή Μετατροπής.